Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Ο ποταμός στα χάι του!


"Ο ξέρω 'γώ πως τον λένε" ποταμός στα πολύ χάι του!
25-11-04 Φωτογραφία vanglouk

5 σχόλια:

  1. Ποιος βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;

    Ποιος βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;
    Μείναμε στο βυθό.
    Τρέχει το ρέμα πάνω απ' το κεφάλι μας
    λυγίζει τ' άναρθρα καλάμια·

    οι φωνές
    κάτω απ' την καστανιά γίναν χαλίκια
    και τα πετάνε τα παιδιά
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λυπούμαι γιατί άφησα
    να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
    μέσα από τα δάχτυλά μου
    χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.

    Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα,
    τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
    Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
    δεν έχω άλλη συντροφιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σε καθε σας ονειρο κρεμασε μια κραυγη της,
    σας τρομαξε,
    ποτε δεν σας εμοιασε,
    αυτη ειναι αλλου.
    Στη γη σαςδεν πατησε ποτε,
    αιωρειται,
    τους δρομους σας δεν περπατησε
    αγνοησε τα πατωματα,
    μονο στης Αντρου τα βραχια σταθηκε με τα
    χερια υψωμενα στον ουρανο εκει
    που εσκαγε ανταριασμενη η θαλασσα.
    Τον πεταμενο στον δρομο ερωτα σας
    περιμαζεψε,
    τον ποτισε,τον ταισε,τον αντρεψε,
    τωρα τις νυχτες κοιμαται
    κουλουριασμενος στα ποδια της
    Λευτερος.
    Οι φοβοι σας γιναν φαναρια της
    κοκκινο περνα-πρασινο στεκεται
    σ ολους σας αντιστεκεται,
    το γκριζο σας πιτσιλισε με χρωμα
    και ετσι παναγνη
    αναδυθηκε στο λευκο της.
    Ερημην σας
    -------------
    Μια και πιασαμε τα ποιηματακια σας χαριζω αυτο το κομματακι ψυχης που γραφτηκε στην αγρια μοναξια της πολης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το Πέτρινο κονάκι

    Με το σφυρί και το μυστρί, με πέτρα και μεράκι
    στ' αψηλιανό το μπρόβαλμα θα κτίσω ένα κονάκι.

    Άγναντια ναν' το πέλαγος, του Νειμποριού η αγκάλη,
    να βλέπω και να χαίρομαι της Άνδρου μου τα κάλλη.

    Γαλάζιο κι απέραντο της θάλασσας το χρώμα,
    Θυμάρι να μοσχοβολά, μέλι νάχω στο στόμα.

    Να βλέπω την ανατολή να τραγουδώ την δύση
    με συντροφιά τις πέρδικες όταν ο ήλιος σβήσει.

    Να μένω εκεί στο ξάγναντο, τα στέρια να μετράω
    και απ' το κρασί το κόκκινο τους φίλους να κερνάω.

    Θαμπό λυχνάρι αμυδρά να φέγγει να φωτίζει
    και σπίθες να σπιθοβολά, μορφές να σου θυμίζει

    ανθρώπων που αγάπησες και φύγανε και πάνε
    σ' ένα ταξίδι μακρινό και πίσω δεν γυρνάνε.

    Στο τραπεζάκι το λιτό δυό σύκα ένα ποτήρι
    και μια γουλιά από τσίπουρο δίπλα στο πατητήρι

    Σε κάνει μεγαλόψυχο κι' άφεση σ' όλους δίνεις
    σ' όσους κακό σου κάνανε και πάλι ξαναπίνεις.

    Με συντροφιά το κούτσουρο που σιγοκαίει στο τζάκι
    θα αισθάνεσαι ανάταση στο πέτρινο κονάκι.

    Δεν θ' ακούς τη χλαλοή του κόσμου που αρρωσταίνει
    της πολυτάραχης ζωής του αιώνα που πεθαίνει.
    ..................................
    ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΑΝΔΡΙΩΤΗ!!!
    ΛΙΓΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΒΛΑΨΕ ΚΑΝΕΝΑΝ,ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η θάλασσα καὶ τὰ ποτάμια
    Πῆγαν τὰ ποτάμια
    παραπονεμένα
    κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
    Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
    ὅλα μας τὰ πλούτη,
    ὅλη τη χαρά μας,
    ὅλη τη ζωή μας,
    ὅλα τὰ νερά μας.
    Καὶ γιὰ πληρωμή μας
    σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
    Παίρνεις τὰ νερά μας
    καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!

    Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
    Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
    Τὰ γλυκὰ νερά σας
    πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
    Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
    ἁρμυρὴ πλασμένη
    Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
    κάθε τί θὰ γένει.
    Τὰ παράπονά σας
    πάνε στὰ χαμένα.
    Θέτε τὸ καλὸ σάς;
    φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.
    Γ. Δροσίνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή